Σε βαθιά νερά

Δυόμιση χρόνια μετά την πρώτη φορά που βούτηξε στο χλώριο, ξαφνικά μαθαίνουμε κι εκείνος κι εγώ ότι πρόκειται στα επόμενα είκοσι λεπτά να βρεθεί στη μεγάλη πισίνα. Εκείνος φοβάται, όπως θα φοβόταν κάθε άνθρωπος που δεν έχει εμπιστοσύνη στις κολυμβητικές του ικανότητες, τίποτα δηλαδή το ιδιαίτερο. Εγώ δεν φοβάμαι. Γιατί να φοβάμαι εγώ; Είμαι μπαμπάς εγώ. Οι μπαμπάδες ρίχνουν δέντρα τραβώντας τα με ένα απλό σκοινί και παίρνουν την παντόφλα και σκοτώνουν από κουνούπι, μέχρι βασιλική κόμπρα. Είναι, οι μπαμπάδες, αυτοί που όλα τα ξέρουν και όλα τα μπορούν. Σιγά τώρα που θα φοβηθούν τη μεγάλη πισίνα.

Τι εννοείς ότι ο μπαμπάς θέλει να πετάξει τα ρούχα και να πέσει με τα εσώρουχα στο νερό, για να είναι δίπλα του; Δεν τα κάνουν αυτά οι μπαμπάδες. Γιατί, ρε παιδί μου (βρισιά είχε εδώ, αυτολογοκρίθηκα, να ξηγιόμαστε), το να πέφτει το παιδί σου στη μεγάλη πισίνα για πρώτη φορά δεν είναι δα κάτι που εξ ορισμού παράγει ζητήματα άλλα από το να το πείσεις πως είναι ασφαλές και ότι πολύ σύντομα θα συνηθίσει τη θερμοκρασία και το βάθος. Σε λίγο θα μας πεις πως κοιτάζοντας τον εξάχρονο να κρατιέται πάνω από την επιφάνεια γαντζώνοντας τα δάχτυλα τετράχρονου, που με βάση την οστική του ηλικία διαθέτει, αρχίζεις να σκέφτεται όλες τις φορές που ήθελες να είσαι δίπλα του ή να πάρεις τη θέση του και δεν μπορούσες.

Παράξενο, ε; Βλέπεις το σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα σου να μεγαλώνει κι αντί να πας μπροστά, κατευθύνεσαι πίσω.  Το βλέπεις σε μία στιγμή αδυναμίας και αντί να ταραχτείς, παραμένεις πεπειραμένα ψύχραιμος. Εξωτερικά. Γιατί εσωτερικά τρέμεις τη συνάντηση που επιζητούν τα μάτια του με τα δικά σου, για να πάρει κουράγιο, μήπως και καταλάβει το σοκ που υφίστασαι. Μήπως και δει τη σκιά των εικόνων που περνούν από τα μάτια σου. Δεν θέλεις να ξέρει ότι όσο εκείνος παλεύει με τα δυο υδρογόνα και το ένα οξυγόνο, εσύ μπήκες στη χρονομηχανή και ταξιδεύεις σε μέρη και χρόνους μακρινούς. Ότι βλέπεις τη μούρη σου έξω από μία θερμοκοιτίδα να θέλει να την ταρακουνήσει μέχρι να σπάσει το καπάκι της, για να πάρεις τρυφερά ένα – ένα όλα τα σωληνάκια και να τα καρφώσεις πάνω σου. Ότι βλέπεις τον εαυτό σου να πιέζεται να μπουσουλήσει πάνω σ’ ένα στρώμα γυμναστηρίου και να κλαίει και να συνεχίζει να παλεύει, για να το κάνει αντί για εκείνον. Ότι βλέπεις τον εαυτό σου να θέλει να σταθεί ανάμεσα στους διπλάσιους σε μέγεθος συνομηλίκους, για να τον ξεκουράσει μία ημέρα από το να προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει με το κορμί του και δεν τρέχει τόσο γρήγορα όσο των υπολοίπων.

Ναι, ο μπαμπάς όλα τα μπορεί. Εκτός από το να σε προστατεύσει από κάποια πράγματα που χωρίς να επιλέξεις, αναγκάζεσαι να ζεις. Γι’ αυτό εγώ σκάω κι εσύ κολύμπα. Κι εγώ την επόμενη φορά θα πάρω το μαγιό μου και θα ‘μαι στη διπλανή διαδρομή να με βλέπεις και να αισθάνεσαι ότι αυτήν τη φορά δεν είσαι τελείως μόνος. Ή για να αισθάνομαι εγώ πως αυτήν τη φορά δεν σε αφήνω τελείως μόνο. Ή και τα δύο.

Νίκος Σουλίδης
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s