Ανοιχτός βοτάλειος πόρος

heart

Τι είναι ο βοτάλειος πόρος, PDA (Patent Ductus Arteriosus);

Κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής, επειδή οι πνεύμονες δεν λειτουργούν, το αίμα δεν φτάνει σε αυτούς, παρακάμπτεται μέσω του αρτηριακού (βοτάλειου) πόρου. O βοτάλειος πόρος είναι ένα αγγείο που συνδέει την αρτηρία των πνευμόνων με την αρτηρία του σώματος. Η πνευµονική αρτηρία µεταφέρει φλεβικό αίµα από το δεξιό µέρος της καρδιάς στους πνεύµονες, όπου το αίµα εµπλουτίζεται µε φρέσκο οξυγόνο. Η αορτή µεταφέρει το πλούσιο σε οξυγόνο αίµα από το αριστερό τµήµα της καρδιάς σε ολόκληρο το σώµα. Κάθε βρέφος γεννιέται µε ανοιχτό αρτηριακό πόρο. Φυσιολογικά αυτή η επικοινωνία µεταξύ των δύο αρτηριών κλείνει µερικές µόνο ώρες µετά τη γέννηση του βρέφους, αφού το αγγείο υπέρχεται σε σπασμό. Αν δεν συµβεί αυτό, τότε ένα µέρος του αίµατος, που θα έπρεπε κανονικά να είχε περάσει από την αορτή και να είχε διοχετευθεί στο σώµα, επιστρέφει στους πνεύµονες, με αποτέλεσμα την υπερφόρτωση τόσο των πνευμόνων όσο και της καρδιάς. Η αδυναµία του αρτηριακού πόρου να κλείσει, αποτελεί ένα πολύ συνηθισµένο φαινόµενο στα πρόωρα και σπανιότερα στα βρέφη που γεννιούνται κανονικά στην ώρα τους. Αν ο ανοιχτός αρτηριακός πόρος στο παιδί είναι µεγάλος, µπορεί να κουράζεται εύκολα, να αναπτύσσεται αργά, να παθαίνει βρογχίτιδες και να αναπνέει γρήγορα (ταχύπνοιες). Σε µερικά παιδιά τα συµπτώµατα αυτά µπορεί να εµφανιστούν εβδοµάδες ή και µήνες µετά τη γέννησή τους. Αν ο αρτηριακός πόρος είναι µικρός, το παιδί δεν παρουσιάζει συµπτώµατα και δείχνει καλά.

Διάγνωση

Γίνεται από την ακρόαση όπου υπάρχουν ειδικά ευρήματα και το υπερηχογράφημα που δείχνει την υπερτροφία των αριστερών κοιλοτήτων, αποτέλεσμα της διαφυγής αίματος από την αορτή (συστηματική κυκλοφορία) προς την πνευμονική αρτηρία.

Αντιμετώπιση

Φαρμακευτική αγωγή: Η πρώτη ενδεδειγμένη λύση είναι η χορήγηση ινδομεθακίνης που οδηγεί σε σύγκλειση του βοτάλειου σε ποσοστό 80%, ενώ παράλληλα βοηθά στην αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας και στη μείωση των αναγκών για αναπνευστική υποστήριξη και βελτιώνει τα ποσοστά επιβίωσης. Σε μερικές περιπτώσεις όμως ενδέχεται να επιτείνει την τάση που πιθανόν να έχουν κάποια πρόωρα για εγκεφαλική αιμορραγία.

Χειρουργική σύγκλειση (περίδεση): Ο αρτηριακός πόρος µπορεί να κλείσει µε περίδεση. Πρόκειται για μία συνηθισμένη και δοκιμασμένη επέμβαση κατά την οποία ο χειρουργός δεν χρειάζεται να ανοίξει τον θώρακα για να διορθώσει το πρόβληµα, η τομή γίνεται στην πλάτη. Στην περίπτωση αυτή το παιδί θα παραµείνει για περίπου µία εβδοµάδα στο νοσοκοµείο. Η περιεγχειρητική θνησιμότητα είναι πολύ χαμηλή. Η χειρουργική αντιμετώπιση ενδείκνυται, ανεξάρτητα από το βάρος ή την ηλικία του νεογνού. Αν δεν υπάρχει κανένα άλλο πρόβληµα µε την κυκλοφορία, αυτή η µέθοδος αποκαθιστά τη φυσική κυκλοφορία με θεαματικά αποτελέσματα και το παιδί δεν χρειάζεται καν παρακολούθηση μεγαλώνοντας.

Καθετηριασμός: Σήμερα, μπορεί να επιτευχθεί σύγκλειση του βοτάλειου με τη διαδερμική μέθοδο (καθετηριασμός καρδιάς) που γίνεται από τη μηριαία αρτηρία με διάφορες µικροσυσκευές, όπως σπειράµατα ή οµπρελάκια και το παιδί να αποφύγει την εγχείρηση. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί θα παραµείνει για 2 ηµέρες στο νοσοκοµείο. Το μειονέκτημα της μεθόδου αυτής είναι πως δεν είναι τεχνικά εύκολη σε πρόωρα νεογνά μικρής ηλικίας και χαμηλού βάρους, αλλά ενδείκνυται περισσότερο σε μεγαλύτερα βρέφη.

 

Αν δεν κλείσει;

Αν ο βοτάλειος παραμείνει ανοικτός πέραν της ηλικίας των 3 μηνών, αλλά είναι μικρός και δεν δημιουργεί σοβαρές επιπλοκές, έχει υψηλές πιθανότητες να παραμείνει ανοικτός για πάντα. Δεν επηρεάζει το προσδόκιμο ζωής, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώδους ενδοκαρδίτιδας. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει αυτοί οι ασθενείς να λαμβάνουν χημειοπροφύλαξη πριν από κάθε έστω και μικρή χειρουργική επέμβαση.

Συνοπτικά

Η συχνότητα εμφάνισης συμπτωματικού ανοιχτού βοτάλειου πόρου είναι μεγάλη στα πρόωρα νεογνά. Η συντηρητική θεραπεία με χορήγηση ινδομεθακίνης βοηθά στη σύγκλειση και στη βελτίωση της κλινικής εικόνας, ενώ παρουσιάζει λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες. Στα τελειόμηνα νεογνά, σε νεογνά όπου έχει αποτύχει η σύγκλειση με τη χορήγηση ινδομεθακίνης ή στις περιπτώσεις όπου υπάρχει αντένδειξη για τη χορήγησή της, η σύγκλειση πρέπει να γίνεται χειρουργικά.

Ερευνα: Κ. Σώκου
Βιβλιογραφία: Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 2010, Κ. Παπαγεωργίου, Ε. Τσιβίκη

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s