Γίνεται ο μπαμπάς, μαμά;

Είχαμε μια συζήτηση τις προάλλες με φίλες για το αν ο μπαμπάς μπορεί να γίνει μαμά. Όχι βέβαια κυριολεκτικά. Δεν τον βάλαμε να θηλάσει. Ούτε αναρωτηθήκαμε για το αν ο θηλασμός είναι αυτός που κάνει μια γυναίκα μάνα. Αυτά τα έχουμε λύσει προ πολλού στο κεφάλι μας. Βάλαμε στο μικροσκόπιο τα υπόλοιπα.

Τη δοτικότητα, την τρυφερότητα, το non stop νοιάξιμο, και κυρίως τη δια βίου παραχώρηση προτεραιότητας. Καταλήξαμε ότι ναι, θα μπορούσε. Υπάρχουν άλλωστε πατεράδες που είναι πολύ πιο κοντά σε αυτά τα χαρακτηριστικά από κάποιες μανάδες. Που τρέχουν μετά τη δουλειά στο σπίτι σαν παλαβοί, για να διαβάσουν ένα παραμύθι, που ξυπνάνε τη νύχτα με το παραμικρό κιχ του βλασταριού τους, που ξενυχτάνε στο προσκέφαλό του όταν αρρωσταίνει, που του μαγειρεύουν υγιεινά και παίζουν μαζί του σα να μην υπάρχει αύριο. Είναι οι ίδιοι που, όταν το παιδί μεγαλώσει, βρίσκονται κοντά στις επιλογές, στα θέλω και στα όνειρά του.

Πλην όμως υπάρχει ένα πράγμα, σαφέστατα κληροδότημα της φύσης, το οποίο οι πατεράδες δεν μοιράζονται με τις μανάδες. Το αποκαλώ καταχρηστικά «το ένστικτο της ζωής του μωρού» και το τοποθετώ εκεί που του αρμόζει: στην κοιλιά μιας εγκυμονούσας, όταν ακόμη το παιδί δεν έχει αναπτύξει την προσωπικότητά του και δεν έχει δεθεί συναισθηματικά με κανέναν. Μιλάω για τη στιγμή που ένας άντρας μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με το τρομακτικό δίλημμα: το παιδί ή τη μητέρα; Εκείνη τη στιγμή θα πρυτανεύσει η λογική του αρσενικού και το έλλογο συναίσθημά του και δικαίως θα πει: η μητέρα!

Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να το ζήσουμε, όταν όμως οι πρόωρες συσπάσεις μου είχαν αρχίσει να ανησυχούν τον γιατρό μου, κάναμε – θυμάμαι – μια υποθετική κουβέντα για το πότε θα έπρεπε να μου πάρουν το παιδί. Ο σύντροφός μου είχε πει χαρακτηριστικά: «Παιδάκι μπορούμε να ξανακάνουμε, Κέλλυ όμως όχι». Στον δικό μου, φουλαρισμένο από τις ορμόνες εγκέφαλο, κάτι τέτοιο φάνταζε αδιανόητο. Ημουν έτοιμη να θυσιάσω, χωρίς δεύτερη σκέψη, τη ζωή μου, για να έρθει στον κόσμο, όσο πιο υγιές και ολοκληρωμένο ήταν εφικτό, το πλάσμα που στροβιλιζόταν μέσα μου. Τους κοίταξα βουρκωμένη και σκέφτηκα: «Όχι. Εκείνη προηγείται, εγώ έχω ζήσει». Οσο παράλογο κι αν ήταν, για μένα είναι απολύτως λογικό. Και όχι τώρα, που φαντάζομαι ότι και ο άντρας μου το ίδιο θα έλεγε πια. Αλλά και τότε, που η Γιόννα δεν ήταν το παιδί που ξέρουμε και αγαπάμε, αλλά ένα έμβρυο που κοιμόταν και κλωτσούσε τις λάθος ώρες. Νομίζω λοιπόν ότι το μητρικό ένστικτο είναι τόσο συντονισμένο με τη νέα ζωή που αψηφά την ίδια του την ύπαρξη. Και αυτό είναι το μόνο στοιχείο που διαφοροποιεί μια μητέρα εν τη γενέσει από έναν πατέρα εν τη γενέσει. Ο παραλογισμός της. Ο ίδιος που διακρίνει και τον έρωτα. Πώς αλλιώς θα φέρναμε παιδιά σε έναν παράλογο κόσμο;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s