Ας πέσουν οι ταμπέλες

Είχα πειστεί για την παροιμιώδη εσωστρέφειά μου, όταν η μικρή άρχισε να μου δείχνει επίμονα το καρότσι στην άλλη άκρη του πάρκου. Εκανα την πάπια. Θα το ξεχάσει, σκέφτηκα. Με ποια δικαιολογία να πάω να στηθώ στα καλά καθούμενα πάνω από το καρότσι ενός άλλου μωρού; Και τι να λέμε; Εσάς πόσο είναι και διάφορα τέτοια άνευ ουσίας; Σε δύο λεπτά ήμασταν εκεί. Χαμογελούσα με αμήχανη κοινωνικότητα σε ένα άγνωστο μικρό αγόρι και στον παππού του, βγάζοντας από το στόμα μου όλα όσα τόσα χρόνια θεωρούσα ανούσια έως και ενοχλητικά. Η κόρη μου ήθελε γνωριμίες.

«Βλέπεις Γιώργο, το κοριτσάκι είναι μεγαλύτερο από σένα», είπε ο παππούς. «Δεν νομίζω, πόσο είστε;». Η αλήθεια με δικαίωσε. Τα παιδιά είχαν ακριβώς την ίδια ηλικία, την ίδια μάλιστα ημερομηνία γέννησης, και τις ίδιες περίπου διαστάσεις, αν εξαιρέσεις ότι εκείνος σαν αγόρι ήταν κάπως πιο ευτραφής και τύχαινε να έχει πιο μακριά μαλλιά. Για τον παππού του όμως ο Γιώργος έδειχνε μικρότερος. «Ε, τα κορίτσια κάνουν περισσότερα νάζια. Είναι πιο προχωρημένα». Μπα. Και πάλι, αν εξαιρέσεις την πρωτοβουλία που πήρε η δική μου – γυναικείο γνώρισμα η πρωτοβουλία – να κατευθυνθούμε προς το καρότσι, καμία διαφορά στις αντιδράσεις δεν έβλεπα. Ημουν μάλιστα έτοιμη να αρχίσω να εξιστορώ ότι η κόρη μου είναι πρόωρη, γεγονός που δικαιολογεί στα παιδιά να μένουν λίγο πιο πίσω από τη χρονολογική ηλικία τους, αλλά κάτι με σταμάτησε. Ηταν η ταμπέλα που σχεδόν φωσφόριζε πάνω από το κεφάλι του Γιώργου «Δείχνω μικρότερος από την ηλικία μου». Η ίδια που αναβόσβηνε πάνω από το κεφάλι της δίχρονης πιτσιρίκας που συναντήσαμε τις προάλλες κι έλεγε «Είμαι πετσί και κόκαλο», ενώ «βλέπεις το κοριτσάκι, αν και μικρότερο, τρώει όλο του το φαγητό» (το σχόλιο άλλου παππού για τη δική μου).

Σκέφτηκα τότε ότι η ταμπέλα της κόρης μου θα μπορούσε να λέει για μια ζωή «Είμαι πρόωρη», αλλά δεν θα της άξιζε. Στην πραγματικότητα δεν θα της άξιζε καμιά ταμπέλα, που με ευκολία θα της φορούσα, απλώς και μόνο για να εκφράσω τις δικές μου ανασφάλειες, ταλαιπωρίες και τραύματα. Μόνο τώρα όμως από τη θέση της μαμάς μπορώ να καταλάβω τον αυτοματισμό με τον οποίο τις βάζουμε στα παιδιά μας. Κλαίει; Είναι γκρινιάρα. Γελάει; Είναι χάχας. Δεν μιλάει; Είναι αντικοινωνικός, μαζεμένος, ντροπαλός, μπουμπούνας. Δεν περπατάει; Είναι βούδας. Στις κούνιες, στο άλσος, στον δρόμο, οσονούπω και στη θάλασσα η αγωνία των γονιών βγαίνει βόλτα με τα πιτσιρίκια τους. Και δυστυχώς παίρνουν μαζί τους για παρέα τις συγκρίσεις. «Ο δικός μας δεν μιλάει ακόμη. Η δική σας λέει καμιά λεξούλα;». Αν λέει, τότε ο δικός τους ενδέχεται να υποστεί το «Ορίστε Δημήτρη, το κοριτσάκι μιλάει. Μίλα της κι εσύ».

Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι μια κατεξοχήν αγχωμένη μαμά – με ρεαλιστικές και μη ανησυχίες – και κατανοώ όσο δεν πάει την αγωνία του να είναι το παιδί σου γερό και νορμάλ με την όποια έννοια δίνει ο καθένας στον όρο. Όμως ένα παιδί που δεν μιλάει ακόμη, δεν σημαίνει ότι δεν ακούει ή ότι δεν καταλαβαίνει. Την απαξίωση, την απογοήτευση, το παράπονο, τη σύγκριση, θα τα εισπράξει. Και θα μάθει από τότε που δεν θα θυμάται τον εαυτό του ότι είναι μπουμπούνας. Κι όταν αργότερα θα το πληροφορήσουν τι σημαίνει η λέξη, θα ξέρει σαν έτοιμο από καιρό να συμπεριφερθεί ανάλογα. Η συνταγή είναι τόσο απλή όσο και μια πράξη αριθμητικής. Οι ειδικοί του κόσμου όλου συμφωνούν, εμείς ως σύγχρονοι γονείς, είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε, επιμένουμε όμως να βάζουμε ταμπέλες στα παιδιά μας, όμοιες με αυτές που μας φόρεσαν κάποτε κι εμάς. Ταμπέλες που στην καλύτερη περίπτωση επιβεβαιώνουν τον δικό μας φόβο και στη χειρότερη χαρίζουν έναν χαρακτήρα στο παιδί για να φοράει μια ζωή.

Γι’ αυτό προτού μιλήσω για την κόρη μου, κοιτάζω επάνω από το κεφάλι μου τη δική μου ταμπέλα. Ντροπαλή. Παίρνω μια γόμα και τη σβήνω. Υστερα βουτάω τη μικρή από τα χέρια και κατευθυνόμαστε με βήμα σίγουρο προς το παιδάκι που διάλεξε. «Να ’μαστε και ’μεις!» λέω. Η συστολή μου έχει πάει περίπατο. Σε διαφορετική ρότα από τη δική μας. Δεν γίνεται αλλιώς. Αν θέλω να μην της βάζω ταμπέλες, για να γίνει όλα όσα μπορεί, με πίστη στις ικανότητές της, πρέπει να τις βγάζω καθημερινά από εμένα. Αν δείτε λοιπόν μια κοινωνική μαμά στις κούνιες, μαζί με ένα κοριτσάκι που προσπαθεί να περπατήσει και επιμένει να δείχνει με το δάχτυλο τον τελικό προορισμό του, μπορεί να είμαι εγώ. Αλλάζουν οι άνθρωποι. Πόσο μάλλον τα μωρά.

To άρθρο δημοσιεύτηκε στο ένθετο γυναικείο περιοδικό του Βήματος της Κυριακής, ΒΗΜΑDONNA, στο τεύχος Ιουλίου 2012, με τίτλο: »Κάτω από την ταμπέλα».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s