Το απωθημένο

Σπάω το κεφάλι μου να καταλάβω πού διάολο αρπάζει η μικρή τις ιώσεις, αφού παιδικό σταθμό δεν πάει κι αφού απρόσεκτη δεν με λες. Ύστερα την κάνω εικόνα στην παιδική χαρά, την οποία επισκέπτεται καθημερινά, μία έως δύο φορές: Όπου παιδάκι, η Γιόννα κολλητή.

Να του δώσει κάποιο παιχνίδι της, να διεκδικήσει – με τον πρωτόγονο τρόπο των δίχρονων – ένα δικό του, να το πάρει αγκαλιά, να το κρατήσει από το χέρι, να το χαϊδέψει στο πρόσωπο, να του γελάσει μες στα μάτια πάντα σε στυλ σε-φιλώ-στη-μούρη. Και πάνω πού λύνω την απορία μου, προκύπτει δεύτερη: πώς έγινε αυτό το παιδί τόσο κοινωνικό; Εντάξει, δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες κανενός είδους, αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω αυτή την κραυγαλέα με τους γονείς της διαφορά. Και στο επιχείρημα κάποιου ότι όλα τα μικρά γουστάρουν κόσμο, αντιτάσσω το εξής: εγώ κι ο πατέρας της ως μικρά ΔΕΝ. Να δω εγώ παιδάκια μαζεμένα (και μάλιστα μεγαλύτερά μου) να παίζουν με τη δασκάλα τους και να χωθώ να παίξω μαζί τους; Μου φέρνει τρόμο και μόνο η ιδέα ακόμη και τώρα. Η πιτσιρίκα όμως μου αρέσει. Μου κάνει κάπως ότι δεν μασάει. Ότι θέλει κάτι, πάει και το κάνει. Ότι νιώθει κάποιου είδους ασφάλεια και δεν φοβάται τις διαχύσεις. Ότι είναι τύπος αγκαλίτσα και το εκδηλώνει. Μαγκιά της, σκέφτομαι, και ποια είμαι εγώ που θα της αλλάξω τον χαρακτήρα; Ελα όμως που δρω ύπουλα για να της διαμορφώσω τον χαρακτήρα. Διότι όσο κι αν θέλω να παριστάνω την δεν-παρεμβαίνω μαμά, στην πραγματικότητα, δεν μπορώ να αντισταθώ στο ένστικτο του απωθημένου μου, όπως τόσοι άλλοι γονείς.

Που αναλυτικότερα σημαίνει: Βαρέθηκα να κάνω γαϊδουρινή υπομονή και να μην διώχνω από τη ζωή μου εγκαίρως όσα με χαλάνε και της λέω «να κάνεις λίγη υπομονή, λίγη υπομονή δεν βλάπτει, η πολλή βλάπτει», όταν σκούζει για Μίκυ Μάους, κριτσίνι, κούνια μπέλα κου-λου-που.

Αρρώστησα κρατώντας καταπιεσμένο τον θυμό μου και νιώθοντας άσχημα για τα αρνητικά συναισθήματά μου και την παροτρύνω: «Χτύπα τα πόδια σου στο πάτωμα, τα χέρια σου στο κρεβάτι, πες μας ότι θύμωσες, φώναξέ το πως θύμωσες, δείξ’ το!».

Την πάτησα πολλές φορές μένοντας στο αρνητικό πρόσημο μιας εμπειρίας, θρηνώντας αιωνίως την όποια Αλεξάνδρεια και τη συμβουλεύω: «Μπορείς να κλάψεις που δεν έχεις εδώ το ροζ καρότσι να παίξεις και λογικό είναι, αφού το θες. Μπορείς όμως, αφού κλάψεις, να πάρεις το φορτηγάκι σου και να βάλεις επάνω το μωρό σου».

Πιέστηκα αφόρητα για να πετύχω όσα νόμιζα ότι ήθελα, για να διαπιστώσω ότι τις περισσότερες φορές δεν άξιζε. Οι νέες επιλογές που έρχονται τυχαία στον δρόμο σου μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσες. Και ως σοφή κουκουβάγια της κουνάω δάχτυλο: «Μπορείς να καταφέρεις ό,τι θέλεις, αλλά δεν χρειάζεται να πιεστείς πάρα πολύ».

Πίστεψα κι εγώ ότι το πριγκιπόπουλο θα μου αλλάξει τη ζωή, παίρνοντας εκείνο όλες τις πρωτοβουλίες και μεταμορφώνοντάς την με κάποιο μαγικό ραβδί σε κάτι άλλο κι έτσι, όταν της διαβάζω τη Σταχτοπούτα, φροντίζω να της υπενθυμίζω: «ωραίο και καλό το πριγκιπόπουλο, όμως μην ξεχνάς ότι ήταν άβουλο. Έπρεπε ο πατέρας του να διοργανώσει ένα πάρτι για να βρει γυναίκα».

Νιώθω ακόμη μικρή απέναντι στους φόβους μου και προσπαθώ να της δείξω ότι οι φόβοι της είναι μικροί απέναντι σ’ εκείνη. Της λέω συνέχεια πόσο όμορφη είναι, με κίνδυνο να γίνει ψώνιο, επειδή οι δικοί μου γονείς ήταν ταγάρια και τόνιζαν πάντα την προσωπικότητα και την εξυπνάδα, ενώ στον ΟΧΙ ΙΔΑΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ που ζούμε μια γυναίκα πρέπει να νιώθει ΚΑΙ όμορφη. Και, τέλος, για να αισθάνεται αυτοπεποίθηση, της υπενθυμίζω συχνά και χωρίς προφανή λόγο πόσο περήφανη είμαι για κείνη, επειδή εγώ ένιωθα ξεχωριστή μόνο όταν έκανα κάτι πολύ καλά.

Κάπως έτσι καταλήγω στο συμπέρασμα πως το απωθημένο του γονιού είναι νόμος για το παιδί. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό, αλλά η αντιφατική συμπεριφορά που ενδεχομένως θα εισπράξει. Γιατί, άντε τώρα μια φοβιτσιάρα μαμά να πείσει την κόρη της να μην φοβάται. Αναγκάζομαι λοιπόν να επιστρέψω στα θρανία μαζί της. Να αρχίσω να εκφράζω τον θυμό μου, να μη νιώθω ενοχές για τη θλίψη μου, ούτε θλίψη αν δεν κάνω κάτι ξεχωριστό. Να αγαπάω την εικόνα μου, να την γκρεμίζω και να την ξαναχτίζω με πίστη στις δικές μου πρωτοβουλίες κι όχι σε κάποιου άλλου. Κι όλα αυτά ελπίζοντας πως δεν θα την μπερδέψω αρκετά. Που θα την μπερδέψω, δεν γίνεται αλλιώς, διότι είναι αδύνατον να της κρυφτώ. Ίσως όμως έτσι εκείνη μάθει πως οι άνθρωποι προσπαθούν να αλλάξουν (και μπορούν να αλλάξουν μερικές φορές) κι εγώ τολμήσω τελικά να χωθώ σε εκείνη την παρέα με τα μεγάλα πιτσιρίκια που γελάνε συνωμοτικά κι απέναντί τους αισθάνομαι τόσο μα τόσο μόνη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s