Στα δύσκολα είμαστε χώρια

Ένα από τα ανθρώπινα που με πληγώνουν βαθιά είναι η τάση μας να διχαζόμαστε απέναντι στα ζόρια. Δεν ξέρω ούτε ένα ζευγάρι, από αυτά με τα οποία λέω μια πιο ουσιαστική κουβέντα, που να μην αντιμετώπισε προβλήματα μετά την άφιξη του παιδιού τους – οκ, ένα παιδί είναι μεγάλη χαρά, όμως καθώς οι μέρες περνούν η χαρά συνοδεύεται και από κούραση, πίεση, στρες που προκύπτει από την ανάληψη ευθυνών και άλλα πολλά τα οποία όλοι, νομίζω, γνωρίζουμε. Πόσω μάλλον αν το παιδί είναι άρρωστο, πρόωρο, έχει τέλος πάντων τα θέματά του.

Σκέφτομαι όμως και τα πιο απλά, καθημερινά σκηνικά. Μια οικογένεια που έχει καταφέρει τελικά να ενσωματώσει επιτυχώς τα νέα μέλη της και ζει μια αρμονική ας πούμε ζωή. Και έρχονται οι μέρες που ο μπαμπάς (τυχαίο παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι και η μαμά) περνάει άσχημα στη δουλειά. Ο προϊστάμενός του τον υποτιμά, το ωράριο αυξάνει δραματικά, τη στιγμή που οι απολαβές ελαττώνονται… ξέρετε. Και φέρνει την ένταση στο σπίτι. Και του φταίει η σύντροφός του που δεν σκούπισε το πάτωμα, η κόρη του που γκρινιάζει γιατί δεν την παίρνει αγκαλιά, ο γιος του γιατί σκόρπισε τα παιχνίδια του, οτιδήποτε. Και οι σχέσεις διαταράσσονται και αν δεν είσαι αρκετά ώριμος για να κάνεις ένα βήμα πίσω και να το πάρεις αλλιώς, έρχεται ο διχασμός. Same old story και στις κοινωνίες. Ο λαός που αντιμετωπίζει φτώχεια διχάζεται, του φταίει ο διπλανός του. Δεν μπορεί ή δεν ξέρει πώς να αντιδράσει απέναντι στον πραγματικό φταίχτη και παίζει μπουνιές.

Δεν έμαθα να παίζω μπουνιές. Οι γονείς μου μισούνε τους καυγάδες. Σιχαίνονται τη μισαλλοδοξία. Ο πατέρας μου δεν θέλει να μη μιλιέται με τον γείτονα και η μάνα μου με έμαθε τον νόμο της προσφοράς (και μόνο) σε σημείο απελπισίας. Δεν ξέρω αν τρόμαξαν από τη Χούντα που έζησαν στο πετσί τους και γι’ αυτό το έριξαν στο make love. Δεν ξέρω αν είδαν τους γονείς τους φοβισμένους από τον Εμφύλιο και οι παππούδες μου τους δικούς τους γονείς στεγνωμένους από τη Μικρασιατική και τον Διχασμό και γι’ αυτό. Εγώ πάντως, τελικός αποδέκτης μιας σειράς διχασμένων Νεοελλήνων, έμαθα να πιστεύω στη δημοκρατία. Δεν τσακώθηκα ποτέ για το δόγμα του άλλου, δεν τάχθηκα ποτέ με μένος υπέρ ή κατά κάποιου φανατικού στρατοπέδου, δεν φοβήθηκα ποτέ το διαφορετικό, δήλωνα φιλήσυχη με τις πράξεις μου.

Σήμερα, ως μητέρα ενός μικρού παιδιού που μεγαλώνει σε αυτή την κοινωνία, δεν ξέρω αν έκανα καλά. Και δεν ξέρω τι να διδάξω την κόρη μου, ώστε από τη μία να μπορεί να προστατευτεί – γιατί φοβάμαι πλέον – και από την άλλη να μάθει να μη φοβάται και να θέλει να φτιάξει τον κόσμο της καλύτερο. Γιατί, σκέφτομαι ότι, αν υπάρχει έστω και ένας λόγος για τον οποίο συνεχίζουμε να κάνουμε παιδιά, αυτός πρέπει να είναι να γίνεται ο κόσμος καλύτερος. Επειδή θα έχουμε κίνητρο δηλαδή (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κι εκείνοι που δεν έχουν παιδιά δεν πρέπει να προσπαθούν).

Στην κηδεία του Παύλου Φύσσα δεν θα ήθελα να πάω. Από φόβο μην αντικρίσω τη μάνα του. Κι απέναντι στον δικό της πιο μεγάλο απ’ όλους τους πόνους, έχω να αντιπραθέσω μόνο τη δική μου ενοχή. Την ενοχή ενός ανθρώπου που δεν έκανε αρκετά για να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Που πληγώνεται από τη συνήθεια των ανθρώπων να διχάζονται στα δύσκολα και που θέλει να τους πει πώς η ιστορία δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται, αλλά να αλλάζει, επειδή εμείς μπορούμε να αλλάζουμε, να αγκαλιαζόμαστε στα ζόρια και να ξεπερνάμε τη βίαιη εκδοχή μας… Αλλά δεν ξέρει πώς.

Advertisements

One thought on “Στα δύσκολα είμαστε χώρια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s