Θέλω να με κοιτάζω στα μάτια

Ήμουν βυθισμένη σε έναν καναπέ του λόμπι, έχοντας περάσει τη χειρότερη έβερ μέρα των διακοπών με τη Γιόννα και προσπαθούσα να αποφύγω τη ζωή μου, όταν εμφανίστηκε. Έσερνε ένα διπλό καρότσι, τιρκουάζ σορτς και σαγιονάρα, μαλλιά που πετούσαν, μάτι του τρελού. Πίσω της ένα κορίτσι του Δημοτικού αλαφιασμένο κι ένας μπαμπάς ολοκλήρωναν την οικογενειακή δυστυχία της. Τα δίδυμα – δυόμισι ετών όπως έμαθα λίγο μετά – ζητούσαν να λυθούν. Φωνές. Με πλησίασε σε απόγνωση και με το καλησπέρα άρχισε να μου περιγράφει το ανέφικτο της αρμονικής συνύπαρξης με τρία παιδιά εκ των οποίων τα δύο είναι «μωρά» και το άλλο «ζηλεύει και δεν με βοηθάει».

Τι να της έλεγα εγώ που είχα βγει νοκ άουτ από ένα και μοναδικό, ενώ η μέρα δεν είχε καν τελειώσει; Ένευσα με συγκατάβαση στο δράμα της πολύτεκνης και γύρισα στο καβούκι μου για να ψάξω τι έκανα λάθος και η δική μου κόρη σερνόταν στα πατώματα, αντιδρώντας όχι μόνο σε ό,τι της ζητούσα αλλά και σε ό,τι ζητούσε η ίδια να κάνει.

Τις επόμενες μέρες, καθώς παρατηρούσα εμάς και διόρθωνα συμπεριφορές, παρατηρούσα και την πενταμελή οικογένεια. Μια επειδή η Γιόννα ανακάλυπτε το καρότσι των διδύμων και έτρεχε κοντά τους, μια επειδή άραζαν στις διπλανές ξαπλώστρες και – είτε το θέλαμε είτε όχι – η ζωή μας αποκτούσε κοινά, αλλά κυρίως επειδή εκείνη φώναζε σα να μην υπάρχει αύριο. Στα μικρά, στη μεγάλη, στον άντρα της. Από το πρωί μέχρι το βράδυ έβγαζε βόλτα την έντασή της σε κάθε γωνιά του ξενοδοχείου. Όταν βλέπεις δύο παιδιά δυόμισι ετών αλυσοδεμένα μονίμως, επειδή μια μαμά δεν μπορεί να τα κυνηγάει όπως η ίδια λέει, κι έναν μπαμπά που δέχεται να τον αποκαλούν βλάκα δημοσίως σε κάθε πρωτοβουλία του, το πρώτο πράγμα που θες να κάνεις είναι να κράξεις. Δεν θα το κάνω όμως. Τα επικριτικά σχόλια απέναντι σε άλλους γονείς τα έχω κόψει εδώ και καιρό. Δεν ξέρεις ποτέ τι ζόρι τραβάει ο καθένας στο σπίτι του, αποφάσισα όταν είδα και ’γω τα σκούρα.

Θα κάτσω όμως αναπαυτικά στην καρέκλα μου και θα παρακολουθήσω στη μεγάλη οθόνη της σκέψης μου το δράμα της οικογενειακής ζωής. Αυτό που όλοι κάπως, κάποτε έχουμε ζήσει έστω και για λίγο στα σπίτια μας. Όταν η κούραση μετατρέπεται σε μούτρα. Η απογοήτευση από τη δουλειά σε ξέσπασμα. Η αποκλειστική ενασχόληση με ένα μωρό-νήπιο-παιδί-έφηβο σε non stop γκρίνια. Το στρες της σωστής ανατροφής εξουθενωτικός ανταγωνισμός για δύο. Και η πρέπει-να-τα-προλάβω-όλα καθημερινότητα σε υστερία. Και θα αναρωτηθώ πού βρίσκεται αυτή η λεπτή γραμμή – γιατί πάντα σε μια λεπτή γραμμή χάνεται το παιχνίδι – η οποία διαχωρίζει τον παράδεισο από την κόλαση ή έστω τη νηνεμία από τον τυφώνα. Σε ποιο σημείο αρχίζεις να χάνεις τον όπως ήσουν εαυτό σου και γιατί δεν μπορείς να το δεις και να σκοτώσεις αυτόν που πάει να γεννηθεί επί τόπου; Πόσο φταις εσύ και πόσο οι άλλοι; (Ποιος μπορεί να σου το πει με βεβαιότητα;) Τι κουβαλάς στις βαλίτσες σου, όταν αποφασίζεις να κάνεις αυτό το ταξίδι που λέγεται οικογένεια, έχεις καταλάβει; Πόσο θα επηρεάσει τους πιο αγαπημένους σου, ξέρεις; Κι επειδή αν δεν βγεις στον δρόμο, δύσκολα θα μάθεις, σκέφτομαι στην πορεία να κάνω μία και δύο και τρεις και όσες χρειαστεί στάσεις για να αναλογιστώ. Να ξανακοιτάξω μέσα από τα μάτια του παιδιού μου τον γονιό αλλά και τον άνθρωπο που γίνομαι. Και μετά να ξανακοιτάξω τον σύντροφό μου. Στα μάτια. Για όσες φορές χρειαστεί. Γιατί μόνο αν μπορούμε να στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον, στεκόμαστε ειλικρινά ο ένας δίπλα στον άλλον.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s