O δικός μου Αϊ Βασίλης

Ο δικός μου Αϊ Βασίλης φέρνει στον σάκο του μαύρα, κοκκάλινα γυαλιά ηλίου, για να τα σετάρω με μακρύ (όταν…), ίσιο μαλλί, ένα κοτόν, φαρδύ πουλόβερ – γιατί και το μάλλινο άρχισε να με πειράζει τώρα -, ένα ζευγάρι χουχουλιάρικες παντόφλες-μπότες (παρόμοιες με αυτές που φοράνε έξω, αλλά εμένα μου αρέσουν εντός) κι άλλο ένα μοβ, δετά μποτάκια για έξω.

Επίσης, ένα ταξίδι για δύο (ενήλικες) στη Νέα Υόρκη, πολλά για τρεις σε παραθαλάσσια μέρη με χάχανα και άτσαλες βουτιές, ένα live ή πάρτι για μεγάλους διοργανωμένο  α π α ρ α ι τ ή τ ω ς σε ώρες παιδικού, μία ταινία στον καναπέ με φόντο το τζάκι (ορκίζομαι δεν το ανάβω για θέρμανση), εννέα ώρες καθημερινού, συνεχόμενου ύπνου + μπόνους σερί 11ωρου για τη δεσποινίδα, μία ολόκληρη μέρα στο κρεβάτι χωρίς να είναι κανένας άρρωστος, λιγότερες ώρες στη δουλειά και περισσότερες στην πισίνα (στη λίμνη ή τη θάλασσα αναλόγως εποχής), στα μαγαζιά, στην κουζίνα, στο σινεμά, στους δρόμους, στο λαπ τοπ μου, στην αγκαλιά τους. Plus: μπίρες και κοκτέιλ με τα κορίτσια (με αυτή τη σειρά), σοκολάτα σε όλες τις πιθανές εκδοχές, spa (πόσο κλισέ είμαι;) για έναν (δλδ μία), αόρατο 24ωρο room service στον χώρο μου που θα μου επιτρέπει να ασχολούμαι με τις δουλειές του σπιτιού όποτε θέλω εγώ και last but not least τουλάχιστον το τοπ 10 των βιβλίων που θέλω να διαβάσω μαζί με πακέτο χωροχρόνου ανάγνωσης.

Παρακαλώ να μην χαρακτηριστώ άπληστη. Είναι που δεν έγραψα ποτέ γράμμα στον Άγιο και του τα έχω μαζεμένα. Είμαι και γω από τα παιδάκια που οι γονείς τους δεν ήθελαν να παραμυθιάσουν και φρόντισαν να τους πουν εγκαίρως ότι ο Αϊ Βασίλης είναι στόρι. Δεν με πείραξε. Ειλικρινά. Δεν μου έλειψε το παραμύθι. Διάβαζα μόνη μου πολλά. Ούτε τα δώρα. Μου έφερναν οι γονείς και οι συγγενείς. Ένιωθα μάλιστα πιο προνομιούχα από τα άλλα παιδάκια, επειδή ήξερα κάτι που δεν γνώριζαν, σαν να ήμουν μυημένη στα μυστικά των μεγάλων και τσιμπούσα λίγη από την ανεξάρτητη ζωή τους. Στα άλλα παιδιά δεν το μαρτύρησα. Θα τους το χάλαγα, θα μου το χάλαγα… Μου αρκούσε που κέρδιζα πάντα το φλουρί της βασιλόπιτας και δεν αναρωτήθηκα ποτέ γιατί. Οι δικοί μου γονείς επέλεξαν αυτό το ψέμα.

Το ψέμα όμως δεν είναι το θέμα. Το θέμα κατά τη γνώμη μου είναι η αποκάλυψη της αλήθειας. Η απογοήτευση που την ακολουθεί και η ικανότητά σου να δεχτείς την πραγματικότητα. Και νομίζω ότι περισσότερο αυτός είναι ο σκοπός της κάθε ψεύτικης ιστορίας: καθώς γκρεμίζεται να μάθει στα παιδιά να διαχειρίζονται την αληθινή. Αλλά και καθώς χτίζεται να ξαναβάλει τους γονείς στο τριπ της μαγείας, της σκανταλιάς, του αθώου ψέματος που τόσο λείπει από την ενήλικη ζωή τους. Ίσως έτσι εξηγείται το ότι η Γιόννα δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να γράψουμε στον Αϊ Βασίλη τι δώρο θέλει, αλλά εγώ επέμενα. Εγώ είμαι εκείνη που περιμένει την Πρωτοχρονιά, για να κρύψει το δώρο, να αφήσει έξω από την πόρτα (ο δικός μας δεν μπαίνει από το τζάκι, μη σφηνώσει) μπισκότα και γάλα, ένα παλιό της παιχνίδι (ε, να δώσουμε και κάτι), ύστερα να τα εξαφανίσει με μαεστρία, να συνομωτήσει με τον μπαμπά της πίσω από την πλάτη της, να διασκεδάσει με το ψέμα…

Σαν παιδί πάλι, δεν χρειαζόμουν κανένα ψέμα για να διασκεδάσω, διασκέδαζα ούτως ή άλλως και κατά έναν περίεργο τρόπο, ήμουν πολύ πιο συγκροτημένο και λογικό άτομο απ’ ό,τι είμαι σήμερα. Το συναίσθημα ήταν ένα ισότιμο με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά μου μέλος της παρέας που όποτε ήθελε έβρισκε να ακουμπήσει. Απλά κι εύκολα. Γιατί όταν είσαι παιδί το γέλιο και το κλάμα εναλλάσσονται αβίαστα και δεν κολλάς σε κανένα. Το ξέρεις, το ξέρουν και όλοι είναι οκ με αυτό. Και κάπως έτσι, μέσα από ένα ταξίδι στρωμένο με παιχνίδια, παραμύθια, αγκαλιές, παιδικές αντιζηλίες, βουτιές, παγωτά, σχολικά μαθήματα και παρατηρήσεις, όνειρα και απογοητεύσεις, πορεύτηκα στον δρόμο της λογικής. Τον οποίο έχασα με το που μπήκε στο σώμα μου το μικρόβιο της αναπαραγωγής και τότε κατάλαβα πως το συναίσθημα δεν είναι μόνο ο αρχηγός της υπόθεσης, αλλά κι ένας παράφορος τύπος που δεν σου χαρίζεται εύκολα.

Δεν ξέρω αν γι’ αυτό έφταιξε η απουσία του Αϊ Βασίλη από τα παιδικά μου χρόνια. Ή η συνειδητοποίηση ότι δεν θα μπορούσα να κερδίζω το φλουρί για όλη μου τη ζωή. Ή αν όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα απέναντι σε άλλα, κεφαλαία και κεφαλαιώδη. Ξέρω πάντως πώς κάπου στην πορεία μεταξύ λογικής, συναισθήματος και εμπειριών, άφησα στην άκρη τη Νέα Υόρκη, την ανάγνωση των αγαπημένων μου βιβλίων, τις ταινίες και τα κοκτέιλ. Τα δώρα μου έμειναν στον πάτο του σάκου. Να πηγαινοέρχονται αδιάκοπα, χωρίς παραλήπτη. Ο δικός μου Αϊ Βασίλης με κοιτάει τώρα μέσα από τα μάτια της και θα του ζητάω πάντα να παραδώσει τα νεογέννητα μωρά στην ώρα τους και να φέρει χαρά στους γονείς που τη χρειάζονται λίγο περισσότερο από κάποιους άλλους. Όμως κάπου στον δρόμο του, ελπίζω να βρει και τη δική μου χαρά και να μου τη φέρει πίσω. Έστω, μαζί με τα μοβ μποτάκια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s